ἀελπτία

ἀελπτία
ᾰελπτία
1 disillusion, disappointment ἀλλἔσται χρόνος οὗτος, ὃ καί τινἀελπτίᾳ βαλὼν ἔμπαλιν γνώμας τὸ μὲν δώσει, τὸ δ' οὔπω (ἀελπτίᾳ codd.: ἀελπείᾳ Mommsen.) P. 12.31

Lexicon to Pindar. . 2010.

Look at other dictionaries:

  • αελπτία — ἀελπτία, η (Α) [ἄελπτος] 1. ανέλπιστο, απροσδόκητο γεγονός και ειδικότερα απρόσμενο πλήγμα, συμφορά 2. (επίρρ. φρ.) «ἐξ ἀελπτίης», εξ απροόπτου, απροσδόκητα, ανέλπιστα …   Dictionary of Greek

  • ἀελπτίᾳ — ἀελπτίαι , ἀελπτία an unlooked for event fem nom/voc pl ἀελπτίᾱͅ , ἀελπτία an unlooked for event fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀελπτίης — ἀελπτία an unlooked for event fem gen sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • άελπτος — ἄελπτος, ον (Α) 1. ανέλπιστος, απροσδόκητος (για ευχάριστα ή δυσάρεστα γεγονότα) 2. αυτός για τον οποίο είναι κανείς απελπισμένος, έχει χάσει κάθε ελπίδα 3. αυτός που δεν αφήνει καμιά ελπίδα, απελπιστικός, απογοητευτικός 4. επίρρ. ἀέλπτως και (το …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”